You are here

F7

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 3, 85f-86a

1Τὰ παιδάρια δέ, ἡνίκ' ἂν εἰς τὸ στόμα (sc. τὰς λεπάδας) λάβω-

σιν, αὐλεῖν ἐν ταύταις καὶ παίζειν (sc. Ἀριστοφάνηςγραμμα-

τικός φησιν), καθάπερ καὶ παρ' ἡμῖν τὰ σπερμολόγα τῶν παι-

δαρίων ταῖς καλουμέναις τελλίναις, ὡς καὶ Σώπατρός φη-

  σινφλυακογράφος2 ἐν τῶι ἐπιγραφομένωι δράματι Εὐ-

βουλο­θεομβρότωι ·

(v. 1)   Ἀλλ' ἴσχε· τελλίνης  γὰρ ἐξαίφνης μέγας3 

           ἀκοὰς μελωιδὸς ἦχος εἰς ἐμὰς ἔβη.

  1. Vid. et Athen. Epit. 85f (II.1 10 P.) Τὰς λεπάδας, φησί, τὰ παιδάρια, ἡνίκ' ἂν εἰς τὸ στόμα λάβωσιν, αὐλεῖ ἐν ταύταις καὶ παίζει, καθάπερ καὶ τὰ σπερμόλογα παιδία ταῖς καλουμέναις τελλίναις, ὡς Σώπατρος ὁ φλυακογράφος· Ἀλλ' ἴσχεἔβη. Cf. Eust. in Hom. Ψ 176.


  2. 5 φλοιακογράφος ACE
  3. 7 (v. 1) μέγας CE («fort. Recte» adnot. Kaib.1, scr. Kaib.2 et Oliv.); μεστὰς superscr. E: μέ τις A (it. plur.).
Ἀθήν. 3, 85f-86a

Τὰ παιδάκια, ὅταν στὸ στόμα βάζουν (τὶς πεταλίδες), (λέει ὁ Ἀρι-

στοφάνης ὁ γραμματικὸς ὅτι) φυσοῦν σ' αὐτὲς σὰν στὶς φλογέρες

καὶ παίζουν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ σ' ἐμᾶς τὰ γυρολόγα παιδάκια στὶς

λεγόμενες «τελλίνες» (τὰ ξιφύδρια), ὅπως καὶ ὁ Σώπατρος ὁ

φλυακογράφος λέει στὸ δραματικὸ ἔργο του ποὺ ἐπιγράφεται

Εὐβουλοθεόμβροτος:

(στ. 1)   Μὰ σταμάτα· γιατὶ μεγάλος ξαφνικὰ μιᾶς «τελλίνης»

             μελωδικὸς στ' αὐτιά μου ἦχος ἔφτασε1,2.

  1. Βλ. καὶ Ἀθήν. Ἐπιτ. 85f (II.1 10 P.) Τὶς πεταλίδες, λέει, τὰ παιδάκια, ὅταν τὶς βάλουν στὸ στόμα, φυσοῦν σ' αὐτὲς σὰν στὶς φλογέρες καὶ παίζουν, ὅπως ἀκριβῶς τὰ γυρολόγα παιδιὰ στὶς λεγόμενες «τελλίνες», ὅπως (λέει) ὁ Σώπατρος: «Μὰ σταμάτα – ἦχος ἔφτασε.» Πβ. Εὐστ. στὸ Ψ 176.


  2. [Περὶ τελλίνης (καὶ λεπάδων) καὶ περὶ τῆς γραφῆς μέγας (ποὺ φαίνεται προτιμότερη) βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λλ. (μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.]
Σχόλια: 

ΤΙΤΛΟΣ: Τὸ ὄνομα Εὐβουλοθεόμβροτος εἶναι πολυσύνθετο, ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο σύνθετα: Εὔβουλος – θεόμβροτος. Τὸ πρῶτο εἶναι συνηθισμένο ὄνομα (ἀπὸ τὸ εὖ+βουλή>εὔβουλος, κύρ. ὄνομα Εὔβουλος, εὐβουλεύς, εὐβουλία), καὶ σημαίνει τὸν ἔχοντα καλὴν βουλήν (σκέψη, συμβουλή, ἀπόφαση), τὸν συνετό, φρόνιμο (βλ. LSJ91 σ.λ.: “well-advised, prudent”, καὶ LSK2). Τὸ δεύτερο μᾶς ὁδηγεῖ στὸ θεο-βρότιον: “ἀείζων τὸ μικρόν, Ps.-Dsc. 4.89” LSJ91 σ.λ., βλ. καὶ LSK2 σ.λ.: «φυτὸν ἀειθαλές, Διοσκ. (νόθ.) 4.90. – θεοβρότιοςθεόμβρωτος, ἡ, ἄγνωστός τις βοτάνη». Ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο συνθέτων φαίνεται νὰ δημιουργεῖ κωμικὸ ἀποτέλεσμα, ἂν καὶ εἶναι δύσκολο νὰ φανταστοῦμε τὴν ἐντύπωση (σημασιολογικὴ καὶ γενική) ποὺ προκαλοῦσε ἡ λέξη, καθὼς μάλιστα τὸ τελευταῖο συνθετικὸ ἀνάγεται πιθ. στὸ βιβρώσκω (βρῶμα, βρῶσις, βορά, βορός, Λατ. de-voro κ.λπ.), δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ σχετιζόταν μὲ τὸ βροτός, ὅπως δείχνει ἡ παρουσία τοῦ μ (βλ. μορτός, Λατ. moriormortalis, ἀντίθ. ἄμβροτος καὶ ἀμβροσία). Στὴν τελευταία περίπτωση ἡ ἀντίθεση θεοῦ καὶ θνητοῦ θὰ δημιουργοῦσε ἔντονο κωμικὸ ἀποτέλεσμα: Εὐβουλοθεόμβροτος, ὁ «συνετός», καὶ «ἀλάνθαστος σὰν θεός» (ποὺ παριστάνει τὸν ἀνώτερο), ἐνῶ εἶναι θνητός (καὶ τρωτός);

Τὸ μέτρο εἶναι ἰαμβικὸ τρίμετρο, μὲ ἀνάλυση στὸ πρῶτο μέτρο τοῦ στ. 2 (ἀκοάς).

7 (στ. 1). τελλίνης: εἶδος ὀστρακόδερμου (“sea-snail” κατὰ τὸν Gulick3), ποὺ ἀπὸ τὸ σχῆμα του καλεῖται καὶ ξιφύδριον· κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. ξιφύδρια· κοχλίαι (πβ. LSJ91 καὶ LSK2 σ.λλ. τελλίνη, ξιφύδριον, κοχλίον καὶ κοχλίας), καὶ κατὰ τὸν Ὀρειβ. (Ἰατρ. συναγ. [Raeder] 2.58.116-7 τελλίναι ἢ ξιφίδρια διαχωρητικὰ κοιλίας· γίνονται δ' ἐν ἀμμώδεσι χωρίοις <καὶ> κυμαίνουσιν αἰγιαλοῖς· αἱ δὲ ποτάμιαι μείζους καὶ πολυχυμότεραι (...)· κατὰ δὲ τὸν Ἀθήν., ποὺ στὰ προηγούμενα τῶν ἐδῶ (3, 85c-e) σχολιάζει σχετικοὺς στ. τοῦ Ἐπίχ. (κόγχος, ἅπερ κογχοθηρᾶν παισίν ἐστ' ἰσωνία καὶ κόγχος, ἃν τέλλιν καλέομες· ἐστὶ δ' ἅδιστον κρέας), σημειώνει: τὴν τελλίναν δὲ λεγομένην ἴσως δηλοῖ, ἣν Ῥωμαῖοι μίτλον ὀνομάζουσι· πβ. ὅμως Ἀρετ. Περὶ ὀξέων νούσων θεραπευτικόν (Hude) 2.5.6 (μὲ διάκριση κοχλιῶν καὶ τελλίνης): κοχλίαι ἄκρως ἑφθοὶ καὶ ωὐτῶν δὲ χυμὸς ἢ τελλίνης). Οἱ λεπάδες (λεπάς, ἡ), ποὺ ἀναφέρονται παράλληλα, εἶναι οἱ πεταλίδες, τὰ πρὸς ταῖς πέτραις κεκολλημένα κογχύλια κατὰ τὸν Ἡσύχιο (“limpets” κατὰ τὸν Gulick3).

μέγας: γραφὴ τῶν κωδ. CE τοῦ Ἀθήναιου, προτιμότερη ἀπὸ τὴ γραφὴ μέ τις τοῦ κώδ. Α, καθὼς ἐνισχύεται ἀπὸ πολλὰ παράλληλα χωρία (ὅπου τὸ ἐπίθ. μέγας συνοδεύει τὰ οὐσ. ποὺ δείχνουν ἦχο – θόρυβο: ἀλαλητός, κωκυτός κ.ἄ.).

7-8 (στ. 1-2). Πβ. Εὐρ. Ἱππόλ. 791 ἠχὼ βαρεῖα προσπόλων ἀφίκετο (βλ. Gigante, AIIS 1 [1967] 57).

  1. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940) a↑ b↑ c↑
  2. Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, , Volume I-V, Ἀθῆναι , (1980) a↑ b↑ c↑
  3. Athenaeus, The Deipnosophists, , 1927-1941, Volume I-VII, Cambridge Mass.-London, (1927) a↑ b↑