You are here

F5

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 14, 656f

1Δελφάκων δὲ2,3 σιτευτῶν (sc. μνημονεύει) ὁ φλυακογράφος

Σώπατρος ἐν Βακχίδος γάμωι οὕτως·

(v. 1)   εἴ που κλίβανος  ἦν, πολὺ δέλφαξ4  σιτευτὸς  ἔγρυξεν5 ↓.

  1. Vid. et Athen. Epit. 656f (II.2 144 P.) Σιτιστῶν ὀρνίθων καὶ δελφάκων πολλοὶ μέμνηνται. Σώπατρος· Εἴ πουἔγρυξεν.


  2. 1 δὲ Schweighäuser: τε A
  3. καὶ δελφάκων (pro δελφάκων δὲ) E
  4. 3 (v. 1) πολὺ δέλφαξ Casaubon: πολυδέλφαξ ACE
  5. ἔγρυξεν (vel ἔγρυξε) Schweighäuser; cf. Plat. Euthyd. 301a ἡγούμην δίκαια πεπονθέναι ὅτι ἔγρυξα, al. sim. (vid. et Oliv. ad loc.: Aristoph. Thesm. 1095 ἔτι γὰρ γρύζεις; et Vesp. 741 σιγᾶι κοὐδὲν γρύζει): ἔτρυξεν ACE; ἔτριξεν Gigante (coll. Eur. fr. 132 [Kannicht] προστρόπαιον τῆς πόλεως κάεσθαι τετριγότα; cf. Soph. fr. 15a [Radt] ἔτ̣ρυ̣ξε, Herodot. 3.110 τέτριγε δεινόν, al. sim.); vid. et ZPE 128 (1999) 30.
Ἀθήν. 14, 656f

Γουρούνια σιτευτὰ (μνημονεύει) ὁ φλυακογράφος Σώπα-

τρος στὸ ἔργο του Βακχίδος γάμος ὡς ἑξῆς:

(στ. 1)   Ἂν φοῦρνος κάπου βρίσκονταν, τὸ σιτευτὸ γουρούνι

             θά 'σκουζε πολύ1.

  1. Βλ. καὶ Ἀθήν. Ἐπιτ. 656f (II.2 144 P.) Σιτευτῶν πτηνῶν καὶ γουρουνιῶν πολλοὶ κάνουν μνεία. Σώπατρος: «Ἂν – θά 'σκουζε πολύ.»
Σχόλια: 

Γιὰ τὸν τίτλο τοῦ δράματος (ἐν Βακχίδος γάμωι) καὶ τὴν πιθανὴ σχέση του μὲ τὰ προηγούμενα Βακχίς (F1 καὶ F2) καὶ Βακχίδος μνηστῆρες (F3 καὶ F4) βλ. ἀνωτ. σχετικὸ σχόλ. στὸ F1. Ὅπως καὶ στὰ προηγούμενα ἀποσπάσματα, δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι πρόκειται γιὰ σκηνὴ συμποσίου (πιθανῶς, τοῦ γαμηλίου συμπο­σίου στὰ τελευταῖα ἀποσπάσματα). Τὸ χοιρινὸ κρέας –ὡς τὸ πιὸ προσφιλές, ἰδιαίτερα σὲ ἐπίσημα δεῖπνα– κυριαρχεῖ καὶ ἐδῶ· πβ. F8 μήτρα καλλιπάρηιος, F7 καὶ F20 μήτρας ὑείας ...  τόμον, καὶ Ἀθήν. 9, 374d κἑ.: κεφ. δέλφαξ, καὶ 14, 656e κἑ. (βλ. Λαμπάκη-Μίχα Διατροφή1 138).

Τὸ μέτρο παρουσιάζει σημαντικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν φαίνεται νὰ ἐπιλύονται μὲ τὶς προτάσεις ποὺ ἔχουν γίνει καὶ τὶς διορθώσεις τοῦ κειμένου ποὺ ἔχουν προταθεῖ (βλ. ΣΣ 16).

3 (στ. 1). κλίβανος: Κατὰ τὸ Μέγ. Ἐτυμ. (538.19) οἱ Δωριεῖς κλίβανον λέγουσι (τὸν κρίβανον). Καὶ ὁ Ἀθήναιος (3, 110c) σημειώνει: Ἀττικοὶ μὲν διὰ τοῦ ρ στοιχείου λέγουσι καὶ κρίβανον καὶ κριβανίτην, Ἡρόδοτος δ' ἐν δευτέραι τῶν Ἱστοριῶν ἔφη «κλιβάνωι διαφανέϊ·» καὶ ὁ Σώφρων δ' ἔφη «τίς σταιτίτας ἢ κλιβανίτας ἢ ἡμιάρτια πέσσει;» (δείχνοντας ὅτι ὁ τύπος κλίβανος εἶναι καὶ Ἰωνικός). Πρόκειται γιὰ ἐξελιγμένη μορφὴ ψηστικοῦ μέσου, εἶδος χύτρας ποὺ περιβαλλόταν ἀπὸ φωτιὰ ἢ κάρβουνα καὶ ἐξασφάλιζε ὁμοιόμορφο ψήσιμο (κάτι σὰν τὴ σημερινὴ «νηστιὰ» στὴν Κύπρο). Κατὰ κανόνα διακρίνεται ἀπὸ τὸν φοῦρνο (: ἰπνός). Φαίνεται πὼς χρησιμοποιήθηκε καὶ γιὰ τὸ μαγείρευμα κρέατος, καὶ τότε ἄρχισε νὰ συγχέεται μὲ τὸν κοινὸ φοῦρνο. Ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ Ὀρειβ. (Ἰατρ. συναγ. [Raeder] 12.6.29 πολύχρηστος δὲ γίνεται [sc. σκίλλα] ὀπτηθεῖσα, στέατι δ' ἢ πηλῶι περιπλάττεται καὶ δίδεται εἰς φοῦρνον ἢ εἰς κάμινον ἢ εἰς ἀνθρακιὰν ἐγκρύβεται ... ὀπτᾶται δὲ καὶ ἐν χύτραι πεπωμασμένηι πηλῶι καὶ εἰς κλίβανον καθιεμένηι). Γιὰ εἴδη (καὶ ἰδιότητες) ἄρτων κάνουν λόγο σὺν τοῖς ἄλλοις ὁ Ἱπποκρ. (Περὶ διαίτ. 42.11 κἑ. καὶ 79.8 κἑ.) καὶ ὁ Γαλην. (Θεραπ. μεθ. [Kühn] Χ 481.13 κἑ. ἄρτος ... κλιβανίτης καθαρὸς ἐπιμελῶς μὲν ὠπτημένος, ἔχων δὲ ζύμης τε καὶ ἁλῶν αὐτάρκων, κ.ἀ.). Περισσότερα: Λαμπάκη-Μίχα1 ὅ.π. 36 (μὲ σημ. 64)· πβ. καὶ Ἀθήν. 9, 375d-e.

δέλφαξ: τὸ γουρουνάκι (porcellus). Ὁ Ἀθήναιος στὸ σχετικὸ κεφ. (9, 374d κἑ.) ἀναφέρεται ἀναλυτικὰ στὸ γένος τοῦ ὀνόματος, σημειώνοντας πὼς ὁ Ἐπίχαρμος τὸν ἄρρενα χοῖρον οὕτως καλεῖ (...), ἐπὶ δὲ τῶν θηλειῶν τοὔνομα τάττει Ἀριστοφάνης (...)· κυρίως δ' αἱ θήλειαι οὕτως λεχθεῖεν ἂν αἱ δελφύας ἔχουσαι. οὕτως δὲ αἱ μῆτραι καὶ οἱ ἀδελφοὶ οὕτως ἐτυμολογοῦνται (...).

σιτευτὸς: ἀπὸ τὸ σιτεύω, ποὺ σημαίνει ἐκτρέφω, δίνω τροφὴ πρὸς πάχυνση (βλ. π.χ. Ἀθήν. 9, 384a-b χῆνες σιτευτοί, χῆνας καὶ μόσχους σιτευτούς, χῆνα σιτευτόν, σιτευτοῦ χηνός, 14, 656e σιτευτὰς ὄρνιθας, κ.λπ.). Τὸ γένος τοῦ οὐσ. δέλφαξ δὲν ἀποκλείει ἐδῶ θηλ. ἐπίθ. (σιτευτή).

ἔγρυξεν: Τὸ ρῆμα γρύζω πιθανῶς ἔχει σχέση μὲ τὸ γρῦ, πβ. γρυλλισμός (καὶ ἡ φωνὴ τοῦ χοίρου, κατὰ τὸν ἀρχ. σχολ. τοῦ Ἀριστοφ., Πλοῦτ. 17), γρυλλίζω. Βλ. καὶ Ἡσύχ. σ.λ. γρύζειν· φθέγγεσθαι, λέγειν κ.λπ. καὶ σ.λ. οὐκ ἔγρυξεν· οὐκ ἐφθέγ­ξατο, καὶ Σουίδ. σ.λ. γρύζω· θρηνῶ, φωνῶ. Στὴν κυριολεξία χρησιμοποιεῖται μὲ τὴ σημασία «βγάζω φωνὴ χοίρου». Ἡ διόρθωση τοῦ ἔτρυξεν τῆς χειρόγραφης παράδοσης σὲ ἔγρυξε(ν) ἀπὸ τὸν Schweighäuser φαίνεται αἰτιολογημένη.

  1. Ἡ διατροφὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κατὰ τοὺς ἀρχαίους κωμωδιογράφους, , Ἀθήνα , (1984) a↑ b↑