You are here

F3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 4, 160a-b

1Διαφόρων γὰρ οὐσῶν καὶ τῶν ἐκ Τέω μαζῶν  ὡς καὶ τῶν ἐξ

Ἐρετρίας (ὡς Σώπα­τρος ἐν Βακχίδος μνηστῆρσι ·

φησὶ γάρ·

(v. 1)   Ἐρέτριαν ὡρμήθημεν εἰς λευκάλφιτον )2 ↓

  καὶ τῶν Λυδίων καρυκκῶν  προκρίνει ἀμφοτέρωνΤίμων τὸν

κόγχον .

  1. Vid. etiam Athen. Epit. 160a-b (II.1 52 P.) Σώπατρος τὴν Ἐρέτριαν λευκάλφιτόν φησι. διάφοροι γὰρ αἱ ἐκ ταύτης μάζαι ὡς καὶ ἐκ τῆς Τέω; hinc Eust. in Hom. B 536 Σώπατρος ἱστορεῖται λευκάλφιτον λέγειν τὴνἘρέτριαν, ἐπεὶ διάφοροι αἱ ἐκ ταύτης μᾶζαι, ὡς καὶ αἱ τῆς Τέω.


  2. 4 (v. 1) Ἐρέτριαν et εἰς λευκάλφιτον CE: ἐρέτρειαν et εισελευκάλφιτον A
Ἀθήν. 4, 160a-b

Γιατί, μολονότι ξεχωρίζουν τὰ κρίθινα ψωμιὰ τῆς Τέω, ὅπως κι αὐτὰ

τῆς Ἐρέτρι­ας (καθὼς δείχνει ὁ Σώπατρος στὸ ἔργο του Βακ-

χίδος μνηστῆρες· γιατὶ λέει:

(στ. 1) Γιὰ τὴν Ἐρέτρια κινήσαμε μὲ τὰ λευκὰ κριθόψωμα)1

καὶ οἱ καρύκες οἱ Λυδικές, ὁ Τίμων προτιμᾶ κι ἀπὸ τὶς δυὸ τὸν

πηκτὸ ζωμὸ ἀπὸ ὄσπρια.

  1. Βλ. ἐπίσης Ἀθήν. Ἐπιτ. 160a-b (II.1 52 P.) ὁ Σώπατρος ἀποκαλεῖ τὴν Ἐρέτρια λευκάλφιτον (μὲ λευκὰ κριθόψωμα). Γιατὶ ξεχωρίζουν τὰ κρίθινα ψωμιὰ ποὺ προέρχονται ἀπ' αὐτὴν καὶ ἀπὸ τὴν Τέω. Ἐντεῦθεν: Εὐστ. στὸ Β 536 Ὁ Σώπατρος ἀναφέρεται ὅτι ἔλεγε τὴν Ἐρέτρια λευκάλφιτον, ἐπειδὴ ξεχώριζαν τὰ κρίθινα ψωμιὰ ποὺ προέρχονταν ἀπ' αὐτήν, ὅπως καὶ αὐτὰ ἀπὸ τὴν Τέω.
Σχόλια: 

1. διαφόρων: ποὺ ξεχωρίζουν (μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὑπεροχῆς). Βλ. LSJ91 σ.λ. διάφορος Ι.3: “excellent, distinguished, remarkable”, LSK2 Ι.2 «ὑπέροχος, ἐξαίρετος».

μαζῶν: Κατὰ τὸν Ἡσύχιο, σ.λ. μᾶζα· ἄλφιτα πεφυρμένα ὕδατι καὶ ἐλαίωι καὶ σ.λ. μᾶζαν· ἀντὶ τῆς τροφῆς καὶ τῆς μεμαγμένης κόπρου, κατὰ τοὺς LSJ91 (σ.λ.) Ι. “barley-cake” («κρίθινος ἄρτος, κρίθινον πλακούντιον» LSK2) καὶ ΙΙ. “generally, lump, mass, ball”. Ὁ Olson στὴν τελευταία ἔκδοση τοῦ Ἀθήναιου στίζει διαφορετικὰ τὸ κείμενο: ... τῶν ἐκ Τέω μαζῶν (ὡς καὶ τῶν ἐξ Ἐρετρίας, ὡς Σώπατρος ... λευκάλφιτον) ..., θεωρώντας προφανῶς ὅτι ὁ Σώπατρος δὲν ἔκανε μνεία καὶ τῶν ἐκ Τέω μαζῶν· καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα· καθὼς ὅμως τὸ κείμενο τοῦ Ἀθήν. δὲν ἐπιτρέπει ἀσφαλὲς περὶ τούτου συμπέρασμα, προτιμή­σαμε τὴ συνήθη στίξη τοῦ κειμένου, ἀνοίγοντας παρένθεση μετὰ τὸ Ἐρετρίας.

2. Σώπατρος ἐν Βακχίδος μνηστῆρσιν: βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ F1 (τίτλος).

4 (στ. 1). Ὁ στίχος σὲ ἰαμβικὸ τρίμετρο, μὲ ἀνάλυση στὸ α΄ μέτρο (στὴ λέξη Ἐρέτριαν)· βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. στὸ F1.

λευκάλφιτον: «Ἅπαξ λεγόμενον», ἀπὸ τὸ λευκὸς καὶ τὸ ἄλφιτον (ἄλφιτα), τὸ ἐπίθ. (κτητικὸ σύνθετο) λευκάλφιτος σημαίνει ἐδῶ: (τὴν Ἐρέτρια) μὲ τὰ λευκὰ κρίθινα ψωμιά, μὲ τὶς λευκὲς πίττες (τουλάχιστο γιὰ τὸν Ἀθήναιο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα: μαζῶν ...). Βλ. LSJ91 σ.λ.: “rich in pearl-barley” καὶ LSK2 στὴν ἴδια λ.: «ἡ παράγουσα λευκὰ ἄλφιτα», πβ. LSJ91 ΙΙ. σ.λ. ἄλφιτον: “meal, groats” καὶ ΙΙΙ. (metaph.) “one's daily bread” καὶ LSK2 III. «μεταφ. ὁ ἄρτος, “ὁ ἐπιούσιος ἄρτος”, “τὸ ψωμί”». (Βλ. καὶ Λαμπάκη-Μίχα Διατροφή3 26.)

5. καρυκκῶν: καρύκ(κ)η εἶναι Λυδικὴ τροφὴ μὲ αἷμα καὶ πλούσια καρυκεύματα (βλ. LSJ91 σ.λ. καρύκη: “rich sauce, invented by the Lydians, composed of blood and spices”).

τὸν κόγχον: πηκτὸς ζωμὸς ἀπὸ ὄσπρια (κυρίως φακὲς καὶ κουκιά), λατ. conchis (πβ. LSJ91 σ.λ. κόγχος ΙΙΙ. “soup of lentils boiled with the pods”). Περισσότερα: Λαμπάκη-Μίχα3 ὅ.π. 123 κ.ἀ.

  1. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940) a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  2. Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, , Volume I-V, Ἀθῆναι , (1980) a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Ἡ διατροφὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κατὰ τοὺς ἀρχαίους κωμωδιογράφους, , Ἀθήνα , (1984) a↑ b↑