You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Ἀθήν. 4, 158d

Καθὼς γέλασε μ' αὐτὰ πολὺ ἠχηρὰ ὁ Πλούταρχος, δὲν ἄντεξε ὁ

Κυνικός (δηλ. ὁ Κύνουλκος) ποὺ παραβλέφθηκε ἡ πολυμάθειά

του γιὰ τὴ φακῆ κι εἶπε: Ἀλλ' ἐσεῖς βέβαια ἀπὸ τὴν ὄμορφη Ἀλε-

ξάνδρεια, Πλούταρχε, ἀνατραφήκατε ὅλοι μαζὶ μὲ φάκινη τροφὴ

καὶ ὁλόκληρη ἡ πόλη σας εἶναι γεμάτη μὲ φάκινα τρόφιμα. Αὐτὰ

μνημονεύει καὶ ὁ Σώπατρος ὁ Φάκιος παρωδὸς στὸ δράμα

Βακχὶς λέγοντας τὰ ἑξῆς:

(στ. 1)   Δὲν θὰ μποροῦσα τὸν χαλκήλατο ἀτενίζοντας

            μεγάλο κολοσσὸ φάκινο ἄρτο νὰ τρώω1.

  1. Βλ. ἐπίσης Ἀθήν. Ἐπιτ. 158d (II.1 51 P.) Ὁ δὲ Σώπατρος λέει: «Δὲν θὰ μποροῦσα – νὰ τρώω.»
Σχόλια: 

ΤΙΤΛΟΣ. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Kaibel στὸ ἀπόσπ. (CGF1 Ι.1 192), ἢ ἔχουμε τρία διαφορετικὰ ὀνόματα ἑνὸς δράματος ἢ τρία ἔργα μιᾶς τριλογίας: «Aut tria unius fabulae nomina, aut tribus fabulis continuis meretriculae vita pertexta, sicut Sophocles scripsit (Ἑλένην) Ἑλένης Ἀπαίτησιν Ἑλένης ἁρπαγὴν Ἑλένης Γάμον, Alexis Ἑλένην Ἑλένης Ἁρπαγὴν Ἑλένης Μνηστῆρες» (sic, pro -ας). Ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἔργου κλίνει ὁ Susemihl, GGLA2 Ι 243 σημ. 42 (πβ. RE3 στὸ σχετικὸ λῆμμα), ὑπὲρ τῆς τριλογίας ὁ Olivieri, FCGM4 ΙΙ 28 (πβ. ΣΣ5 6 κἑ.), ἐνῶ ὁ Gigante, AIIS 1 (1967) 57, παραμένει σκεπτικός, ὅπως καὶ ὁ Kaibel1 (βλ. ἀνωτ.). Πιὸ πιθανὴ φαίνεται ἡ ἄποψη τριλογίας, μὲ θέμα τὴ ζωή, τὸ συνοικέσιο καὶ τοὺς γάμους μιᾶς ἑταίρας, τῆς Βακχίδος (βλ. Ἀθήν. 13, 594b-e, ὅπου ὁ συγγραφέας ἀφηγεῖται ὅλη τὴν ἐρωτικὴ ἱστορία τῆς Σαμίας Βακχίδος, ἡ ὁποία ὄντως ἔτσι μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει θέμα δραμάτων, καὶ RE3 σ.λ. Βακχίς, ὅπου καὶ ἄλλες παραπομπές).

Τὸ ὄνομα Βακχίς, ὑποκορ. τοῦ Βάκχη (=ἡ κατεχόμενη ἀπὸ τὸν Βάκχο), ὁδηγεῖ στὴ λατρεία τοῦ Διονύσου καὶ στὰ βακχικὰ ὄργια. Ὁ Ἐπιγένης ἔγραψε κωμωδία μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (Βακχίς), ἐνῶ ὁ Πλαῦτος ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὴν κωμωδία τοῦ Μενάνδρου Δὶς ἐξαπατῶν τὸ ἔργο του Bacchides (βλ. Lesky ΙΑΕΛ56 889 κἑ.). Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ γνωστὴ τραγωδία τοῦ Εὐριπίδη Βάκχαι, ὁμώνυμη (Βάκχη) τραγωδία ἔγραψαν οἱ Αἰσχύλος, Κλεοφῶν, Ἰοφῶν καὶ Ξενοκλῆς, κωμωδία δὲ οἱ Ἀντιφάνης, Διοκλῆς, Λύσιππος.

Τὸ μέτρο τοῦ ἀποσπ. εἶναι ἰαμβικό, τρίμετρο, μὲ ἀνάλυση μιᾶς μακρᾶς συλλαβῆς σὲ δύο βραχεῖες (συνήθη στὴν κωμωδία τῆς ἐποχῆς τοῦ Σώπατρου).

6. ὁ Φάκιος: παρωδία τοῦ ἐπιθ. Πάφιος, κατ' ἐπίδραση τοῦ οὐσ. φακῆ: «Φάκιος iocose pro Πάφιος», κατὰ τὸν Casaubon· βλ. καὶ Kaibel1 σημ. στὸ ἀπόσπ. («lusus Athenaeo dignus») καὶ Gulick7 (Athen.) σημ. στὸ χωρίο (σελ. 221 σημ. f, “Φάκιος, jocosely for Πάφιος, `Paphian'. So in American slang, Bean-town for Boston”), πβ. ΣΣ5 8 μὲ σημ. 12. Βλ. καὶ ἀνωτ. σσ. 181-2 μὲ σημ. 170.

8-9 (στ. 1-2). Τὸ κείμενο συντάσσεται καὶ ἑρμηνεύεται μὲ διάφορους τρόπους ἀπὸ τοὺς ἐρευνητές. Ὁ Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ8 Γα΄ 4.7, ἐκλαμβάνει τὸ χαλκήλατον μέγαν κολοσσὸν σὰν ἀντικ. τοῦ εἰσορῶν καὶ ὑποκ. τοῦ ἐσθίειν καὶ μεταφράζει: «δὲ θὰ μποροῦσα νὰ θωρῶ χαλκωματένιο | κολοσσὸ μεγάλο φακῆς ψωμὶ νὰ τρώη», πιθανῶς ἐσφαλμένα (θὰ ἀναμενόταν τότε ἀπαρμφ., εἰσορᾶν, τὸ δὲ κολοσσὸς δὲν φαίνεται νὰ χρησιμοποιήθηκε μεταφορικὰ τόσο παλιά). Μιὰ ἄλλη σύνταξη, μὲ τὸ ἐσθίειν ἀμετάβατο καὶ τὸ χαλκήλατον μέγαν κολοσσὸν φάκινον ἄρτον ἀντικ. τοῦ εἰσορῶν, δίνει τὸ νόημα: «δὲν θὰ μποροῦσα νὰ τρώω βλέποντας χαλκήλατο (μεταφ.: σκληρό) μεγάλο κολοσσιαῖο ἄρτο ἀπὸ φακές», ποὺ προσκρούει στὴν ὑπερβολικὴ συσσώρευση ἐπιθέτων καὶ στὴν ἀσυνήθη χρήση τοῦ κολοσσός. Ἀντίθετα, φαίνεται καθ' ὅλα εὔλογη ἡ σύνταξη τοῦ χαλκήλατον μέγαν κολοσσὸν μὲ τὸ εἰσορῶν (μὲ τὴ γνωστὴ κυριολεκτικὴ σημ. τοῦ κολοσσός, βλ. LSJ99 σ.λ.) καὶ τοῦ φάκινον ἄρτον μὲ τὸ ἐσθίειν (ὁπότε δημιουργεῖται κωμικὴ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸν χαλκήλατον μέγαν κολοσσὸν καὶ τὸν φάκινον ἄρτον, βλ. ΣΣ5 9). Σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση εἶναι δυνατὸ –καὶ εὔλογο–  νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ὑπόθεση τοῦ ἔργου διαδραματίζεται στὴ Ρόδο, πιθανῶς στὴν οἰκία τῆς ἑταίρας Βακχίδος, ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι τόσο ὀνομαστὴ γιὰ τὴν ὀμορφιά της ὥστε νὰ σπεύδουν πολλοὶ μνηστῆρες (πβ. τὸν μύθο γιὰ τὴν Ἑλένη, καὶ τὴ σχετικὴ τριλογία τοῦ Ἄλεξη), ἀλλὰ καὶ πτωχή, ὥστε τὸ παρατιθέμενο γεῦμα νὰ εἶναι πενιχρὸ καὶ ὁ ὁμιλῶν (δοῦλος, πιθανῶς) νὰ ἐκφράζει τὴν ἀποστροφή του. Ἡ ἔλευση τῶν μνηστήρων καὶ τὸ γλέντι τοῦ γάμου θὰ ἔδινε πιθανῶς τὴν εὐκαιρία γιὰ τὴν περιγραφὴ πλούσιων φαγητῶν στὸ β΄ καὶ γ΄ ἔργο τῆς ὑποτιθέμενης τριλογίας. Βλ. ὅμως Κ. Ε. Χατζηστεφάνου10, «Σωπάτρου τοῦ Παφίου ἀπόσπ. 1 Kaibel1: φάκινος ἄρτοςκολοσσὸς φάκινος;», ΚυΣπ 52-53 (1988-89) 11-19, μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία. Στὴ μετάφρασή μας κρατήσαμε σκόπιμα τὴ δισημία τοῦ χωρίου.

οὐκ ἂν δυναίμην (...) ἐσθίειν: Πβ. Εὔβουλο, Πορν. 88.1 (Kassel – Austin11) οὐκ ἂν δυναίμην ἐμφαγεῖν ἄρτον τινά.

χαλκήλατον: Ἀπὸ τὸ χαλκὸς καὶ τὸ ἐλαύνω, χαλκήλατος εἶναι ὁ κατασκευασμένος μὲ σφυρηλασία χαλκοῦ ἢ ὀρείχαλκου, ὁ χαλκωματένιος. Τὸ ἐπίθ. ἀπαντᾶ συχνὰ στὴ δραματικὴ ποίηση. Στὸν Πίνδαρο (κ.ἀ.) χαλκέλατος.

9 (στ. 2). φάκινον ἄρτον: Πιθανῶς μὲ περιφρονητικὴ σημασία. Ἂς σημειωθεῖ πὼς ὁ Σώπατρος εἶναι Κύπριος, καὶ ἡ Κύπρος ἦταν ὀνομαστὴ στὴν ἀρχαιότητα (ἀνάμεσα στ' ἄλλα καὶ) γιὰ τὸ ψωμί της. Βλ. π.χ. Ἱππών. ἀπόσπ. 125 West12 Κυπρίων βέκος φαγοῦσι κἀμαθουσίων πυρόν (τῶν Κυπρίων τὸ ψωμί ... καὶ τῶν Ἀμαθούσιων [σχῆμα «καθ' ὅλον καὶ μέρος»] τὸ σιτάρι) καὶ Εὐβούλ. Ὀρθάνης 77 δεινὸν μὲν ἰδόντα παριππεῦσαι | Κυπρίους ἄρτους· μαγνῆτις γὰρ | λίθος ὣς ἕλκει τοὺς πεινῶντας (φοβερὸ σὰν δεῖς νὰ προσπεράσεις | τῆς Κύπρου τὰ ψωμιά· γιατὶ σὰν τὸν μαγνήτη | τοὺς τραβοῦν τοὺς πεινασμένους). Ἐκτὸς τοῦ φακίνου, παρασκευάζονταν καὶ ἄρτοι κατώτερης ποιότητας, τοὺς ὁποίους ὁ Ἄλεξις (στὸ ἔργο Κύπριος ἀπόσπ. 12.1 Kock13) ὀνομάζει φαιούς (βλ. Λαμπάκη-Μίχα Διατροφή14 39). Τέτοιοι ζυμώνονται μέχρι σήμερα μὲ τὸ ὄνομα «φουσκαρένοι» (βλ. Χριστο­φίδης ΜΚΕ15 σ.λ.). Περισσότερα: ΑΚυΓ416 σχόλ. σ.στ. *40 *F2.4 σ.λ. πλακουντοποιικὰ συγγράμματα (σσ. 713-4).

  1. Comicorum Graecorum Fragmenta, vol. I.1: Doriensium comoedia, Mimi, Phlyaces, , Berlin, (1899) a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Geschichte der griechischen Literatur in der Alexandrinerzeit, , Volume I-II, Leipzig, (1892)
  3. Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, , 1893-1980, Stuttgart , (1893) a↑ b↑
  4. Frammenti della Commedia Greca et del Mimo nella Sicilia e nella Magna Grecia, , Collana di Studi Graeci, Volume II. Frammenti della Commedia Fliacica, Number 9, Napoli , (1947)
  5. Συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ Σώπατρου, , Ἀθήνα, (1984) a↑ b↑ c↑
  6. Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, , Θεσσαλονίκη , (1981)
  7. Athenaeus, The Deipnosophists, , 1927-1941, Volume I-VII, Cambridge Mass.-London, (1927)
  8. Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, , 1971-1992, Volume τόμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία, (1971)
  9. A Greek-English Lexicon, , Oxford, (1940)
  10. Σωπάτρου τοῦ Παφίου ἀπόσπ. 1 Kaibel: “φάκινος ἄρτος” ἢ “κολοσσὸς φάκινος;, , ΚυΣπ, Issue 62-3, p.11-19, (1988)
  11. Poetae Comici Graeci, , 1983-2001, Volume I-VIII, Berlin and New York, (1983)
  12. Iambi et Elegi Graeci, , Loeb Classical Library, 1971-1972, Volume I-II, Oxford - New York , (1971)
  13. Comicorum Atticorum Fragmenta, , 1880-1888, Volume I-III, Leipzig, (1880)
  14. Ἡ διατροφὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κατὰ τοὺς ἀρχαίους κωμωδιογράφους, , Ἀθήνα , (1984)
  15. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, , 1984-1991, Volume τόμ. 1-14, Λευκωσία , (1984)
  16. Pollucis Onomasticon, , 1900-1937, Stuttgart, (1900)