You are here

F5

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

(ΕΛΕΓΕΙΑ) Etym. Magn. s.v. εὐβύριον

1Εὐβύριον2 τὸ εὔοικον , ὥς φησιν3 Εὐφορίων (fr. 92 Meineke, 128

Powell, 129 Groningen)· Ἄστυ κατ' εὐβύριον. εἴρηται δὲ4 ὅτι

κατὰ5 τὴν βαυρίαν6, ἣ7 κατὰ Μεσσαπίους σημαίνει τὴν οἰκίαν8 

ὥς φησι9 Κλέωνἐλεγοποιός10 ↓,

  (v. 1) Τοῦτο μὲν οὖν ῥέξαντες11 ἀολλέες ἠγερέθοντο 

        βαυριόθεν12  βριαροὶ  Γοργοφόνου13  νέποδες .

κατ' ἔλλειψιν οὖν τοῦ α̅ τὸ βαύριον βύριον14 καὶ ἐν συνθέσει

εὐβύριον15.

  1. [Vid. Etym. Magn. ed. Gaisford, cum siglis; vid. etiam Meineke Anal. Alex. fr. 93, et Lloyd-Jones – Parsons, Suppl. Hell. fr. 340.]
  2. 1, 2, 8 εὐβύριον BE: εὐβοίριον Etym. Gen. (B; contulit K. Alpers, teste Ll.-J. – P.)
  3. 1 ὥς φησιν om. V
  4. 2 δὲ om. V
  5. 2-3 ὅτι κατὰ codd.: παρὰ dubit. prop. Meineke (fort. recte), it. Powell Groningen
  6. ‖ «Sylburg. tentabat, εἴρηται δὲ ὅτι βαύριον ἢ βύριον κατὰ Μεσσ. Equidem malim, εἴρηται δὲ παρὰ τὴν βαυρίαν, ἣ (...). Fortasse cognata fuere βυρίον sive βαυρίον et βᾶρις (...)» adnotat Meineke; «Fortasse legendum, εἴρηται, ὅτι βαύριον ἢ βύριον, κατὰ Μεσσαπίους σημαίνει τὴν οἰκίαν (...)» adnotat Gaisford
  7. 3 BE: V
  8. 3-4 τὴν οἰκίαν· (...) edd. (τὴν οἰκίαν. Ll.-J. – P.; ἐλεγοποιός Meineke)
  9. ὥς φησι om. V, et Ll.-J. – P.
  10. 4 ὁ ἐλεγοποιός (Meineke Groningen Ll.-J. – P.) vel ὁ ἐλεγειοποιός (Gaisford Bergk4) edd.
  11. 5 (v. 1) ῥέξαντες BE; it. edd.: λέξαντες V
  12. 6 (v. 2) Hesych. (Latte) βυριόθεν· οἴκοθεν conferunt Ll.-J. – P.
  13. Γοργοφόνου dubit. prop. Meineke, it. Bergk4 Ll.-J. – P.: γοργοφόνοι codd., it. Meineke (in textu) et Gaisford
  14. 7 κύριον V
  15. 8 «Etym. Gen. A fol. 130 V et 156 V (contulimus) εὐβοίριον [-βυρ- fol. 156 V]· τὸ εὔοικον βαύριον· καὶ κατ' ἀποκοπὴν τοῦ α» adnotant Ll.-J. – P.
(ΕΛΕΓΕΙΑ) Μέγ. Ἐτυμ. σ.λ. εὐβύριον

Εὐβύριον· μὲ καλὰ σπίτια, ὅπως λέγει ὁ Εὐφορίων: «Στὴν πόλη μὲ

τὰ ὡραῖα σπίτια.» Ἔχει λεχθεῖ ὅτι (ἡ λέξη σχηματίζεται) κατὰ τὴν

βαυρίαν, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς Μεσσαπίους σημαίνει τὴν οἰκία. Ὅπως

λέγει ὁ Κλέων ὁ ἐλεγειο­ποιός1:

(στ. 1)   Τοῦτο λοιπὸν σὰν τέλειωσαν ὅλοι μαζὶ συνάζονταν

            ἀπ' τὶς οἰκίες οἱ ἰσχυροὶ τοῦ Γοργοφόνου οἱ βλαστοί.

Μὲ ἔλλειψη τοῦ ᾱ λοιπὸν τὸ βαύριον (γίνεται) βύριον καὶ σὲ σύνθε-

ση εὐβύριον.

  1. [Ἡ χειρόγραφη παράδοση δὲν ἀφήνει ἀμφιβολίες στὸ προκείμενο ἀπόσπασμα ὅτι ποιητὴς τῶν παρατιθέμενων στίχων εἶναι ὁ Κλέων ὁ ἐλεγοποιός. Καθὼς ὅμως δὲν ἀναφέρεται ἡ καταγωγή του, δημιουργήθηκαν ἀμφιβολίες ὡς πρὸς τὴν ταύτισή του μὲ τὸν Κλέωνα ἀπὸ τὸ Κούριο. – Στίξαμε: (...) τὴν οἰκίαν· ὥς φησιν Κλέων ὁ ἐλεγοποιός, τοῦτο μὲν (...), χάριν τοῦ νοήματος (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 3). Περισσότερα: D'Alessio ArgCC σσ. 95 κἑ., καὶ ἀνωτ. 149-58.]
Σχόλια: 

1. Εὐβύριον· τὸ εὔοικον: Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν παρατιθέμενη φράση τοῦ Εὐφορίωνα ἀπὸ τὴ Χαλκίδα ἄστυ κατ' εὐβύριον, τὸ ἐπίθετο εἶναι κτητικὸ σύνθετο καὶ δηλώνει τὸν ἔχοντα καλὰ σπίτια (ὄμορφα), βλ. καὶ LSJ91 εὔοικος Ι.1. Ἴσως ὅμως νὰ λανθάνει ἐδῶ καὶ ἡ σημασία: κομψὸς γιὰ κατοικία, εὐάρεστος, ἀναπαυτικός (ὅ.π. Ι.2).

Ὁ Εὐφορίων ἀπὸ τὴ Χαλκίδα (βλ. Lesky ΙΑΕΛ52 1028 κἑ., μὲ βιβλιογραφία) εἶναι Ἑλληνιστικὸς ποιητὴς ἐπυλλίων, γεννημένος στὰ 276/5 π.Χ., μὲ σημαντικὴ ἀπήχηση στὴν ἐποχή του (ὥστε νὰ προκαλεῖ φθόνους, ποὺ ὁδήγησαν σὲ διάφορες ἱστορίες εἰς βάρος του) καὶ μὲ σημαντικὴ ἐπίδραση στοὺς νέους Ρωμαίους. Τὸ ὕφος καὶ τὰ θέματά του δὲν ἀποκλείουν κάποια σχέση μὲ τοὺς περίπου συγχρόνους του Κλέωνα ἀπὸ τὸ Κούριο, Ἑρμεία ἀπὸ τὸ Κούριο καὶ Καστορίωνα ἀπὸ τοὺς Σόλους (βλ. καὶ ἀνωτ. 144 κἑ.).

2-3. ὅτι κατὰ τὴν βαυρίαν, ἣ (...) σημαίνει τὴν οἰκίαν: τὸ ρῆμα τῆς εἰδικῆς πρότασης παραλείπεται ὡς εὐκόλως ἐννοούμενο, ἐνῶ τὸ σημαίνει ἀνήκει στὴν ἀναφορικὴ πρόταση. Ἡ παράλειψη τοῦ ρήματος τῆς εἰδικῆς πρότασης φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ τὴν αἰτία γιὰ τὴν ἐσφαλμένη σύνταξη τοῦ κειμένου καὶ τὴ γραφὴ τοῦ Etym. Gen.: εἴρηται δὲ ὅτι κατὰ τὴν βαυρίαν ἢ κατὰ Μεσσαπίους σημαίνει τὴν οἰκίαν (: ὅτι ... σημαίνει). Ἡ διόρθωση τοῦ ὅτι κατὰ σὲ παρὰ ποὺ προτείνει ὁ Meineke ἔχει ἔτσι ἕνα πρόσθετο ἐπιχείρημα ὑπέρ της, καθὼς ἑρμηνεύεται πλήρως παλαιογραφικά: ἐσφαλμένη ἀνάγνωση τοῦ Η ( ἀντὶ ) g ἀφομοίωση (μὲ τὸ ) τοῦ α΄ ὅρου σύγκρισης πρὸς τὸν β΄ (παρὰ g κατὰ: κατὰ τὴν βαυρίαν ἢ κατὰ Μεσσαπίους) g προσθήκη τοῦ ὅτι (γιὰ τὴ σύνδεση τοῦ σημαίνει μὲ τὸ εἴρηται). Διατηρήσαμε ὅμως τὴ γραφὴ τοῦ Etym. Magn.3 γιατὶ ἡ –κατ' ἔλλειψη τοῦ ρήματος– σύνταξή του εἶναι καὶ ὀρθὴ καὶ συνήθης, ἐνῶ τὸ τοῦ Etym. Gen. B (ὅτι κατὰ ... ἢ ...) ἑρμηνεύεται ἀπὸ μόνη της (ὡς ἐσφαλμένη ἀνάγνωση ὀφειλόμενη σὲ ἐσφαλμένη σύνταξη τοῦ κειμένου).

3-5. (...) τὴν οἰκίαν· ὥς φησι Κλέων ὁ ἐλεγοποιός, (v.1) τοῦτο μὲν (...): ὅπως ἐκδίδεται συνήθως τὸ κείμενο (... τὴν οἰκίαν, ὥς φησι Κλέων ὁ ἐλεγ(ει)οποιός·) δημιουργεῖται πρόβλημα νοηματικό, καθὼς δίνεται ἡ ἐντύπωση –μὲ τὴ στίξη τοῦ κειμένου– ὅτι ὁ Κλέων ὑποστηρίζει τὰ προηγούμενα, γιὰ τὴν προέλευση τῆς λέξεως εὐβύριον (ὅτι κατὰ τὴν βαυρίαν...). Μὲ τὴ δική μας στίξη παρακάμπτεται, πιστεύουμε, τὸ πρόβλημα.

ὁ ἐλεγοποιός: Οἱ Meineke καὶ Lloyd-Jones – Parsons4 γράφουν ἐλεγοποιός, μὲ πρῶτο συνθετικὸ τὴ λέξη ἔλεγος, ποὺ δηλώνει τὸν θρῆνο, τὸ μοιρολόι (π.χ. Εὐρ. Τρ. 119 δακρύων ἐλέγους), τὸ θρηνητικὸ ἄσμα, καὶ –ἀργότερα– τὸ ποίημα ποὺ εἶναι γραμμένο σὲ ἐλεγειακὸ δίστιχο (βλ. Καλλίμ. ἀπόσπ. 191 κ.ἄ.)· ἄλλοι προτιμοῦν τὸν τύπο ἐλεγειοποιός (α΄ συνθ. ἐλεγεῖον, πληθ. ἐλεγεῖα) ὡς πιὸ συνήθη καὶ καταλληλότερο γιὰ τὸ νόημα τοῦ προκείμενου ἐλεγειακοῦ διστίχου (ὄχι θρηνητικό). Ἐπιλέξαμε τὸν τύπο ἐλεγοποιός, ὡς lectionem difficiliorem. Γιὰ τὸ θέμα βλ. Lesky ΙΑΕΛ52 184 κἑ., πβ. A. E. Harvey, «The Classification of Greek Lyric Poetry», CQ n.s. 5 (1955), 151 κἑ.

5-6 (στ. 1-2). Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἕνα ἐλεγεῖο, ἕνα ἐλεγειακὸ δίστιχο, δηλ. δακτυλικὸ ἑξάμετρο στὸν πρῶτο στίχο καὶ δακτυλικὸ πεντάμετρο ἢ –ὀρθότερα– δύο ἡμιεπῆ στὸν β΄ στίχο. Τὸ θέμα τοῦ ποιήματος εἶναι σκοτεινό. Κανένα στοιχεῖο τοῦ ἀποσπάσματος δὲν φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ σὲ κάποιο γνωστὸ μυθολογικὸ ἐπεισόδιο. Γιὰ ποιούς νέποδες τοῦ Γοργοφόνου (πιθανῶς τοῦ Περσέα, βλ. κατωτ.) γίνεται λόγος, ποῦ μαζεύονται ἀολλέες καὶ γιατί ἢ ἀφοῦ ἔπραξαν τί, δὲν μπορεῖ νὰ ὑποτεθεῖ μὲ εὔλογη πιθανοφάνεια. Τὸ ἐλεγειακὸ μέτρο φαίνεται νὰ ἀποκλείει τὴ δυνατότητα νὰ πρόκειται γιὰ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Κλέωνα, μολονότι δὲν λείπουν ἀπὸ τὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ «δείγματα ἐλεγειακῆς διήγησης» μὲ τὰ ὁποῖα «βρισκόμαστε ἀκόμα κοντὰ στὸ ἑξαμετρικὸ ἐπύλλιο» (βλ. Lesky ΙΑΕΛ52 1032) καὶ μολονότι τὸ ὄνομα τοῦ Περσέα (τοῦ Γοργοφόνου) ἐμπλέκεται στὶς διηγήσεις τοῦ Ἀργοναυτικοῦ κύκλου (βλ. π.χ., ΕλλΜ Δ΄5 130, 132, 151) καὶ στὸν ἴδιο τὸν Ἀπολλώνιο τὸν Ρόδιο (χαρακτηριστικά: 4.1513 κἑ., μὲ ἀναφορὰ στὴ Γοργόνα), τὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ ὁποίου ἔχουν ὡς πηγὴ καὶ τὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Κλέωνα (βλ. ἀνωτ. F1 κἑ.), καθὼς μάλιστα στὸν Ἀπολλώνιο ἐμφανίζονται καὶ οἱ λέξεις βριαρὸς καὶ νέποδες τοῦ ἀποσπάσματός μας (βλ. κατωτ.). Νὰ φανταστεῖ κανεὶς μιὰν παρεμβατικὴ ἀναδρομὴ στὸν Περσέα ἢ ἕνα ἐπεισόδιο Περσέα – Φινέα (πβ., π.χ., Σχόλ. Ἀπολλων. Ροδ. 2.178-182 b) δὲν θὰ ἦταν ἐντελῶς ἀβάσιμο. Ὅμως δὲν θὰ ἦταν ἐπίσης ἀβάσιμο νὰ φανταστεῖ κανεὶς ἕνα ἐπεισόδιο μὲ κάποιους ἀπὸ τοὺς πάμπολλους ἀπογόνους τοῦ Περσέα, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους βρίσκονται ὁ Ἡρακλῆς καὶ οἱ Ἡρακλεῖδες (βλ. ΕλλΜ Δ΄5 16 κἑ.), ἔχοντας ὑπ' ὄψιν καὶ τὴν ἐξέχουσα θέση τοῦ Ἡρακλῆ στὴν Κυπριακὴ λατρεία καὶ τέχνη (βλ. καὶ ἐδῶ Εἰκ. 26.1, 27.2, 105, 128), μὲ συχνὲς τὶς ἀναφορὲς στὴ λογοτεχνία (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. F11a.1 κἑ.). Βάσιμη τέλος καὶ ἑλκυστικὴ εἶναι καὶ ἡ ὑπόθεση γιὰ ἕνα αὐτοτελὲς ἔργο τοῦ Κλέωνα μὲ τὶς περιπέτειες τοῦ Διονύσου (Βακχικὰ ἢ Διονυσιακά), ποὺ δέχτηκε τὴν ἐπίδραση τοῦ Θεολύτου (βλ. ἀνωτ. F2, σχόλ. σ.στ. 1) καὶ –πιθανῶς– ἀποτέλεσε μιὰν ἀπὸ τὶς πηγὲς τῶν Διονυσιακῶν τοῦ Νόννου. Ἡ γνωστὴ σχέση τῆς Ἀριάδνης μὲ τὴν Κύπρο (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. F4.26-30, μὲ περαιτέρω παραπομπές) ἔμμεσα ἐνισχύει ἀκόμα περισσότερο τὴν παραπάνω ἄποψη.

5 (στ. 1). ἀολλέες ἠγερέθοντο: τυπικὴ Ὁμηρικὴ φράση (Ψ 233, γ 412, λ 228, πβ. β 392 ἀθρόοι ἠγερέθοντο). Τὸ ἐπίθετο ἀολλής, -ές (ἀπὸ τὸ εἴλω) εἶναι συχνὸ στὸν Ὅμηρο, πάντοτε στὸν πληθ. (=ὅλοι μαζί, σὲ ὁμάδες). Τὸ ἠγερέθοντο, εἶναι ἐπικὸς τύπος τοῦ ἀγείρομαι ὀφειλόμενος σὲ μετρικοὺς λόγους (βλ. τὰ σχόλια Kirk [CIl6 I 298-9, καὶ 278 / Α΄ 470-1, καὶ 444] στὸ Γ 230-3 καὶ στὸ Γ 108). Ἡ φράση προσδίδει ἐπικὸ τόνο στὸ ποίημα.

6 (στ. 2). βαυριόθεν=οἴκοθεν καὶ βαυρία=οἰκία (Μεσσαπικὴ λέξη), βλ. LSJ91 σ.λλ. βαυρία καὶ βαυριόθεν.

βριαροί: ἰσχυροί, δυνατοί. Τὸ ἐπίθετο (βριαρός, Ἰων. βριερός) εἶναι ἐπικό (πράγμα ποὺ ἐνισχύει τὸν ἐπικὸ τόνο τοῦ ποιήματος). Στὸν Ὅμηρο τὸ ἐπίθετο δὲν χαρακτηρίζει πρόσωπα (Π 413 ἐν κόρυθι βριαρῆι, Τ 380-81 τρυφάλειαν ... βριαρήν, κ.ἄ.). Γιὰ πρόσωπα χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο τὸ ρῆμα βριάω (μεταβ. καὶ ἀμετάβ.): (Ζεὺς) ῥέα μὲν γὰρ βριάει, ῥέα δὲ βριάοντα χαλέπτει (Ἔργ. 5, βλ. σημ. West σ.στ. 5 κἑ. [WD7 σσ. 139-40], πβ. Θεογ. 447). Τὸ ἐπίθετο ἀπαντᾶ στὸν Ἀπολλώνιο Ρόδιο 3 φορές (2.539, 3.1248, 1322).

Γοργοφόνου: διόρθωση τοῦ Meineke, στὴ θέση τῆς παραδεδομένης γραφῆς γοργοφόνοι, λέξη ποὺ ἀπαντᾶ ἐπίσης στὸν Εὐρ. ἀπόσπ. 985 Ν.2 (καὶ ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελεῖ πραγματικὴ γραφὴ τοῦ Κλέωνα). Γοργοφόνος εἶναι ὁ Περσεύς (βλ. καὶ Νόννου Διονυσιακὰ 18.305, 30.268, 31.12, 47.506 (522), 536, πβ. ἀνωτ. F2 σχόλ. σ.στ. 1). Γιὰ τὸν Περσέα βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα ΕλλΜ Γ΄5 182 κἑ. καὶ J. M. Woodward, Perseus (Cambridge 1937), καὶ West Theog.8 σημ. σ.στ. 270-336 (γιὰ τὶς Γοργόνες, μὲ βιβλιογραφία)· χαρακτηριστικὲς ἀπεικονίσεις του στὴν Κυπριακὴ τέχνη: ἐδῶ Εἰκ. 27.2, 60, 77, 78 (περισσότερα: Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ9 σσ. 60 κἑ., 96 κἑ., 257, κ.ἀ. [βλ. Εὑρετήριο], μὲ περαιτέρω ἀπεικονίσεις). Στὸ θηλυκὸ γένος Γοργοφόνη εἶναι τὸ ὄνομα μιᾶς ἀπὸ τὶς θυγατέρες τοῦ Περσέα (ὡς ὁμιλοῦν ὄνομα: ἡ κόρη τοῦ Γοργοφόνου, πβ. Ι 556 κἑ. γιὰ τὴν Ἀλκυόνη καὶ δ 11 κἑ. γιὰ τὸν Μεγαπένθη, κ.ἄ.), ἀλλὰ καὶ ὡς ὄνομα τῆς Ἀθηνᾶς (Εὐρ. Ἴων 1478).

νέποδες: πιθανῶς τὰ παιδιά, οἱ βλαστοί, οἱ ἀπόγονοι (πβ. καὶ Σχόλ. Ἀπολλων. Ροδ. 4.1745 Wendel10 <νεπόδεσσιν:> υἱέσιν ὤφειλε, καὶ G. W. Mooney, The Argonautica of Apollonius Rhodius, σχόλιο στὸ ἀνωτέρω χωρίο, σ. 399). Λέξη ἀβέβαιης ἐτυμολογίας, ἴσως συγγενὴς μὲ τὴ λέξη ἀνεψιὸς καὶ τὴ λατινικὴ λέξη nepos (κλινόμενη κατὰ τὸ πούς). Μὲ τὴ σημασία αὐτὴ ἀπαντᾶ στοὺς Ἀλεξαν­δρινοὺς ποιητές, ὅπως στὸν Θεόκριτο (17.25 ἀθάνατοι δὲ καλεῦνται ἑοὶ νέποδες) καὶ στὸν Καλλίμαχο (ἀπόσπ. 77 ὁ Κεῖος Ὑλλίκου νέπους). Ἡ λέξη χρησιμο­ποιεῖται στὴν Ὀδύσσεια γιὰ τὶς φῶκες (δ 404 ἀμφὶ δέ μιν φῶκαι νέποδες καλῆς ἁλοσύδνης | ἀθρόαι εὕδουσιν, πολιῆς ἁλὸς ἐξαναδῦσαι), ὅπου πιθανῶς ἔχει τὴ σημασία: παιδιά (παιδιὰ τῆς θάλασσας, ἤ: τῶν κυμάτων τῆς θάλασσας), καὶ 4άκις –γεγονὸς πιθανῶς ἰδιαίτερα σημαντικό (βλ. ἀνωτ. F2 σχόλ. σ.στ. 1)– στὰ Διονυσιακὰ τοῦ Νόννου (10.154, 20.385, 26.272, 39.135). Ἡ προέλευση τῆς λέξεως ἀπὸ τὸ στερητικὸ νη- καὶ τὸ πούς (ὁπότε νέποδες=ἄποδες) δὲν εἶναι πιθανή· οὔτε εἶναι πολὺ πιθανὴ ἡ προέλευσή της ἀπὸ τὸ νέω: κολυμπῶ καὶ τὸ πούς (ὁπότε νέποδες=νηξίποδες: μὲ πόδια κατάλληλα γιὰ κολύμβηση)· πβ. Ἡσύχ. σ.λ. νέποδες: νηξίποδες· τὸ γὰρ ἄποδες ἀποδιδόναι ψεῦδος· ἔχουσι γὰρ πόδας αἱ φῶκαι νέποδες (δ 404). Πιὸ πιθανή, λοιπόν, εἶναι ἡ συσχέτιση μὲ τὰ ἀ-νεψιὸς καὶ nepos (βλ., π.χ., Στ. Κουμανούδη Λεξικὸν Λατινοελληνικόν, σ.λ. nepos). Δὲν ἀποκλείεται δὲ νὰ χρησιμοποιεῖται ἐδῶ ἡ λέξη μὲ τὴ γενικευμένη σημασία τοῦ ἑταῖρος: σύντροφος (πβ. Ι 464 ἔται καὶ ἀνεψιοί), ὁπότε διευρύνεται τὸ καὶ ἔτσι εὐρὺ πεδίο τῆς ὑπόθεσης τοῦ ποιήματος.

  1. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  2. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑ c↑
  3. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.
  4. Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York.
  5. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑
  6. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  7. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.
  8. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  9. Καραγιώργης, Β. (1998), Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, Αθήνα.
  10. Wendel, C. (1935), Scholia in Apollonium Rhodium Vetera, Bibliothecae Graecae et Latinae Auctarium Weidmannianum, edendum curavit O. Regenbogen, vol. IV Berlin.