You are here

Ε58

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

(Aelian. Nat. anim. 11.40)

1Σῆς ἕνεκεν, Λητοῦς τοξαλκέτα κοῦρ' , ἐπινοίας2 
2         τήνδ' ἕλε Νικοκρέων3  τετράκερων ἔλαφον .


[1]  Τετράκερων δὲ ἔλαφον Νικοκρέων ὁ Κύπριος ἔσχε καὶ ἀνέθηκε Πυθοῖ καὶ

      ὑπέγραψε· (vv. 1-2); vid. et Aristoph. Gramm. Epit. (Aristophanis Historiae

      animalium epitome subjunctis Aeliani Timothei aliorumque eclogis, ed. Sp.

      Lambros, I.1) 2.505: Τετράκερων δὲ ἔλαφον Νικοκρέων ὁ Κύπριος ἔσχε

[5]  καὶ ἀνέθηκε Πυθοῖ καὶ ὑπέγραψε (<Νικο>κρέων)· (vv. 1-2, <Σῆς ἕν>εκε<ν>,     

      Λητοῦς τοξαλκέτα κοῦρ', ἐπινοίας τήνδ' ἕ<λε> Νικοκρέων τετ<ράκερ>ων

      ἔλαφον). Cod. Matr. p. 450 Iriart.: Ἀνακρέων (sic!) ὁ Κύπριος τετράκερων

      ἔλαφον γενέσθαι φησὶν καὶ ταύτην ἀναθεῖναι Πυθοῖ καὶ ἐπιγράψαι· (vv.

[10] 1-2). Vid. etiam Anth. Gr. Appendix, «Epigrammata dedicatoria» (ed.Cougny)  

      95 (vv. 1-2, ἐπιπνοίας pro ἐπινοίας).

  1. (Vid. app. cr. Preger)
  2. 1 ἐπιπνοίας Boissonade («in Marini vit. Procli p. 115» Preger) ‖ τόξα ἑλκετὰ Matr.
  3. νίκην κρέων Matr.
(Αἰλιαν. Ἰδιότ. ζῴων 11.40)

Μὲ δική σου, τῆς Λητῶς ἀρχιτοξότη γιέ, ἔμπνευση
    ἔπιασ' ὁ Νικοκρέοντας τὸ τετρακέρατο ἐτοῦτο ἐλάφι.

Σχόλια: 

Ἀναθηματικὸ ἐπίγραμμα ἑνὸς ἐλεγειακοῦ διστίχου ἀπὸ τοὺς Δελφούς, ποὺ συνόδευε ἀφιέρωμα τοῦ Σαλαμίνιου βασιλιᾶ Νικοκρέοντα στὸν Ἀπόλλωνα. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Preger1 μὲ ἀμφιβολίες στὸν 3ον αἰ. π.Χ. («III. saec.?»), μὰ πρέπει νὰ ἀνάγεται στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Νικοκρέοντα (332/1-311/10 π.Χ.: βλ. ἀνωτ. Ε9 εἰσαγ. σημ. καὶ σημ. στὸν στ. 3 σ.λ. εἰμὶ δὲ Νικοκρέων). Ὁ Preger1 σημειώνει: «Utrum autem Aelianus vel eius auctor ex verbis aliquot soluta oratione insuper additis sciverit Nicocreontem regem illum Cyprium (...) fuisse an haec mera sit coniectura, incertum est» (ὀρθῶς, γιατὶ καὶ πεζὸ συνοδευτικὸ κείμενο μὲ περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὸν ἀφιερωτὴ εἶναι πιθανό, καὶ μόνο τὸ Νικοκρέων ἀρκοῦσε γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὸν Αἰλιανὸ στὰ σχετικὰ μὲ τὸν περίφημο βασιλιὰ τῆς Σαλαμίνας)· πιὸ πιθανὸ ὅμως φαίνεται νὰ συντηροῦνταν τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Νικοκρέοντα στὴν προφορικὴ Δελφικὴ παράδοση (καὶ νὰ ἀναφέρονταν στὶς τοπικὲς ξεναγήσεις). Ἡ γλώσσα τοῦ ἐπιγράμματος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπουσία τύπων καὶ Κυπριακῶν (τοὐλάχιστο Λατοῦς καὶ τάνδ', πβ. Preger1 92 καὶ 93 [Δελφ., ἀρχὲς 2ου αἰ., παραδιδόμενα ἀπὸ τὸν Πλούτ., Τίτ. 12]: 92.2 Λατοΐδας καὶ 4 ἀλκᾶς, 93.1 γεγαθότες, 2 Σπάρτας, 3 Αἰνεάδας [καὶ ὔμμιν], 4 Ἑλλάνων, ἀντιπβ. ὅ.π. 94 [ἀποδιδόμενο στὸν Ὅμηρο: Ἀγὼν 273-4 Allen2, πβ. Τζέτζ. Σχόλεἰς Λυκόφρ. Ι σ. 258 Müller3] στ. 2 σῇσιν ἐπιφροσύνῃς [ἀλλὰ στ. 1 τοι], γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. σῆς ... ἐπινοίας), ποὺ μπορεῖ νὰ ὀφείλεται στὸν Αἰλιανὸ ἀλλὰ καὶ στὸν ἴδιο τὸν ποιητή (καὶ ποὺ μειώνει ἀλλὰ δὲν ἀναιρεῖ τὶς πιθανότητες Κυπριακῆς πατρότητας). Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Λητοῦς τοξαλκέτα κοῦρ' (μὲ ἀναφ. στὸ ἀνωτ. Ε2.3 Λατοῦς κούραι τοξαλκ̣̣έ̣̣τας).

1. Σῆς (...) ἐπινοίας: πβ. Preger1 94.2 σῇσιν ἐπιφροσύνῃς (-ύναις Allen), καὶ πρὸς τὸ ἐδῶ τὸ ὅλο ἐκεῖ ἐπίγρ.: Φοῖβε ἄναξδῶρόν τοι ἑλὼν (κατωτ. στ. 2 ἕλετόδ' Ὅμηρος ἔδωκα (Preger1 ἀπὸ Τζέτζ. / δῶρόν τοι Ὅμηρος καλὸν ἔδωκα) | σῇσιν ἐπιφροσύνῃςσὺ δέ μοι κλέος ἐσθλὸν ὀπάζοις (ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἦταν γνωστὸ στὸν ποιητή μας). Πβ. ἐπίσης CEG24 630 (Βοιωτ., μεταξὺ 371 καὶ 335 π.Χ.) θνητῶν ἐπινοίαις (στὸ τέλος τοῦ στ. 1), κ.τ.τ. Τὸ οὐσ. ἐπίνοια («τὸ σκέπτεσθαι περί τινος, σκέψις, διάνοια, ἰδέα ... ἐφευρετικότης ... ἐπινόημα ... σκοπός, σχέδιον ... κα­τανόησις» LSK5 σ.λ., βλ. καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἐπίνοια· ἐπιτήδευμα, πβ. ἐπιφροσύνη· σω­φροσύνηἐπιλογισμός) ἀπαντᾶ στοὺς Ἀττ. ποιητὲς καὶ πεζογράφους (Θουκ., Σοφ., Εὐρ., Ἀριστοφ., κ.λπ.) καὶ σὲ μεταγενέστερους συγγραφεῖς (ἕνας ἀπὸ τοὺς πολ­λοὺς Ἀθηναίους λογίους ποὺ συνέρρεαν στὴν αὐλὴ τοῦ Νικοκρέοντα [βλ. ΑΚυΓ1β´6125 κἑ.] ἢ κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητές τους, δὲν ἀποκλείεται νὰ κρύβεται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα πίσω ἀπὸ τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα, ἑπομένως).

Λητοῦς τοξαλκέτα κοῦρ': Ε2.3 Λατοῦς κούραι τοξαλκ̣̣έ̣̣ται (βλ. σημ. σ.λ.)· πβ. τοξαλκής (Ὀρφ. Ὕμν. 58 [Ερωτος]. 2 τοξαλκῆ). Γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. Chantraine7 σ.λλ. τόξον (τοξοϜοργός Μυκην., τοξοβόλος, τοξοφόρος, ἀργυρότοξος καὶ κλυτότοξος· τοξότης· τοξεύω· Τοξίας [Ἡσύχ. σ.λ. Τοξίου βουνός· τοῦ Ἀπόλλωνος τοῦ ἐν Σικυῶνι κ.λπ.], Τοξεύς, κ.ἄ.) καὶ ἀλέξω (ἀλκήἄλκιμος· ἀλκίβιοςἀλκίμαχος· Ἀλκίνοος [βλ. ἀνωτ. Ε1.1 σημ. σ.λ. Ἀλκινόου μελάθροισι], Ἀλκιβιάδης, κ.ἄ.· ἀναλκής καὶ ἄναλκιςἀρισταλκής· ἔπαλξις / ἀλεξίκακοςἀλεξιφάρμακοςἀλεξάνεμος· Ἀλέξανδρος, κ.λπ., ΝΕ ἀλεξικέραυνον)· γιὰ τὴ σημασία βλ. Ἡσύχ. σ.λλ. ἀλκή· δύναμιςἰσχύςἡ ἀλέξησις (σ.λ. ἀλέξησις· βοήθησιςκαὶ ἀντίτισις) κ.λπ. καὶ ἄλκιμος· μάχιμοςἀνδρεῖοςἰσχυρός (...), θρασύς. Στὸν Ὅμηρο ὁ Ἀπόλλων χαρακτηρίζεται συχνὰ ὡς ἀργυρότοξος καὶ κλυτότοξος (καὶ ἑκάεργοςἑκατηβόλος καὶ ἑκηβόλος, συχνὰ μόνο μὲ ἐπίθ.), τοξοφόρος καὶ τοξότης, ποτὲ τοξαλκέτης ἢ τοξαλκής· τὸ ἴδιο παρατηρεῖται στὰ ἐπιγράμματα (βλ. σχετικὰ Indices Ἀνθ. [Beckby2, Buch XII-XVI, σ.λ. Ἀπόλλων κ.ἀ.], CEG18 καὶ CEG29EGr10, κ.ἄ.). Ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἐπιθ. τοξαλκέτης μόνον ἐδῶ (γιὰ τὸν Ἀπόλλωνα) καὶ στὸ ἀνωτ. Ε2 (τοῦ Ἀντισθένη ἀπὸ τὴν Πάφο, περὶ τὸ 100 π.Χ.) στὴ φράση Λατοῦς κούραι τοξαλκ̣̣έ̣̣ται (γιὰ τὴν Ἄρτεμη ἐκεῖ, μὲ ἀναφορὰ ὅμως καὶ στὸν Ἀπόλλωνα), μὲ τύπους τῆς Κυπριακῆς (ὅπως γενικὰ στὰ δύο ἐπιγράμματα τοῦ Πάφιου Ἀντισθένη, παρὰ τὴν Ὁμηρικὴ ἐπίδραση), προβληματίζει, τόσο γιὰ τὴν γλώσσα ὅσο καὶ γιὰ τὴν πατρότητα τοῦ ἐδῶ ἐπιγράμματος.

2. Νικοκρέων: βλ. ἀνωτ. Ε9.3 σημ. σ.λ. εἰμὶ δὲ Νικοκρέων.

ἕλε (...) τετράκερων ἔλαφον: πβ. Preger1 94 (βλ. ἀνωτ. σημ. στὸν στ. 1 σ.λ. σῆς ... ἐπινοίας). Γιὰ τὰ ἐλάφια τῆς Κύπρου βλ. ΑΚΕΠ Β΄ 84 (Στράβ. 14.6.3, μὲ τὴν ἀρχὴ ἐλεγείου: ἱραὶ τῷ Φοίβῳπολλὸν διὰ κῦμα θέουσαι, | ἤλθομεν αἱ ταχιναὶ τόξα φυγεῖν ἔλαφοι, κ.ἄ.), 84.1 (Αἰλιαν. Ἰδιότζῴων 11.7 Ἐν Κουριάδι αἱ ἔλαφοι... ὅταν καταφύγωσιν εἰς τὸ τοῦ Ἀπόλλωνος ἱρὸν τὸ ἐνταυθοῖ ... συστᾶσαι νέμονται ἄτρεπτον καὶ ἀδεᾶ τὴν νομήνἀπορρήτῳ τινὶ φύσει τὴν ὑπὲρ ἑαυτῶν σωτηρίαν τῷ θεῷ πιστεύουσαι αἱ ἔλαφοι) καὶ 164.8γ (ὅ.π. 15.4, γιὰ τὰ Συριακὰ ἐλάφια ποὺ καταφεύγουν στὴν Κύπρο πόθῳ τῆς πόας τῆς ἐκεῖ· λέγεται γὰρ εἶναι βαθεῖα καὶ νομὰς ἔχεινκαὶ λέγουσί γε Κύπριοι εὔγεων οἰκεῖν χῶρονκαὶ ταῖς Αἰγυπτίων ἀρούραις τολμῶσιν ἀντικρίνειν τὰς σφετέρας), Δα΄ 312 (Πλιν. Φυσ. ἱστ. 8.114) καὶ Δβ΄ 312 (σχόλ. στὰ κείμ. τοῦ Στράβ., τοῦ Αἰλιαν. καὶ τοῦ Πλιν., ἀναφορὰ στὴν παρουσία ἐλαφιῶν στὴν Κύπρο κατὰ τὴ Νεολιθικὴ ἐποχὴ καὶ τὴν Ὕστερη ἐποχὴ τοῦ Χαλκοῦ [μὲ πλούσια βιβλιογραφία], «καὶ στὴ Μεσαιωνικὴ Κύπρο, ἂν πιστέψουμε τὶς μαρτυρίες τῶν Τσέχων προσκυνητῶν στοὺς Ἁγίους Τόπους, ποὺ πέρασαν κι ἀπὸ τὴν Κύπρο, ἰδ. Π. Φλουρέντζου, Τὰ Τσέχικα Ὁδοιπορικὰ τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ ἡ Κύπρος11 (1977) σσ. 3, 33 σημ. 29. Ὑποπτεύομαι ὅμως ὅτι οἱ Τσέχοι προσκυνητὲς γιὰ ἐλάφια ἐξέλαβαν τὰ ἀγρινὰ τῆς Κύπρου, γιατὶ καμμιὰ ἄλλη πηγὴ τοῦ Μεσαίωνα δὲν ἀναφέρει τὰ ἐλάφια»). Γιὰ τὴν τελευταία παρατήρηση, βλ. μεταξὺ ἄλλων καὶ Δ. Δημητράκου, Μέγα Λεξικὸν Ἑλληνικῆς Γλώσσης12 σ.λ. «ἀγρινό (τό) αἴγαγρος: φρ. εἶδες ποτέ σου τ' ἀγρινὰ τσοπάνο ν' ἀκλουθᾶνε;», πβ. «αἴγαγρος [ὁ, ἡ] μτγν. αἴξ ἀγρία (capra aegagrus)»· στὰ Λατ. capra = αἴξ, αἴξ ἀγρία, αἴγαγρος (βλ. καὶ LSK5 σ.λ.), ἐνῶ cervus (κεραός = κερασφόρος, ἀπὸ τὸ κέρας) = ἔλαφος· βλ. καὶ LSJ913 σ.λ. ἔλαφος: "deer, Cervus elaphus, whether male, hart or stag ..., or female, hind" (πβ. LSK5 σ.λ.: "κοινῶς «λάφι», εἴτε ἄρρεν... εἴτε θῆλυ"). Στὸν Ὅμηρο Γ 24 εὑρὼν ἢ ἔλαφον κεραὸν ἢ ἄγριον αἶγα (ἢ ἔλαφον κ.λπ. καὶ Ο 271, ἔλαφον κεραὸν ἐπίσης Λ 475 καὶ Π 158), ἀγροτέρας ἐλάφους Φ 486 καὶ ζ 133, ὑψίκερων ἔλαφον μέγαν κ 158 (πβ. τὸ ἐδῶ τετράκερων), κ.ἄ. Τὸ ἐπίθ. τετράκερως καὶ στὸν Ὀππ. Ἀπαμ. (Κυνηγ. 2.378), πβ. τετρακέρατος (Ὀρφ. ἀπόσπ. 77 Kern): βλ. LSJ913 σ.λλ. Ἡ Ἄρτεμις ἀποκαλοῦνταν καὶ ἐλαφηβόλος (Ὁμηρ. ὕμν. XXVII [Εἰς Ἄρτ.]. 2, κ.ἀ. [Δωρ. ἐλαφαβόλος]), καὶ πρὸς τιμήν της γιορτάζονταν τὰ Ἐλαφηβόλια (μήνας: Ἐλαφηβολιών καὶ Ἐλάφιος), ἀλλὰ καὶ Ἐλαφία (βλ. Farnell CGrS II14 433 κἑ. καὶ 561 κἑ., πβ. Burkert ΑρΕΘ15 148, 153, 218, 268, 468, καὶ κατωτ. Ε59.5 σημ. σ.λ. Ἀρτέμιδι Ἀγ]ροτέραι)· καὶ ὁ ἀδελφός της Ἀπόλλων λατρευόταν καὶ στὴν Κύπρο ὡς Κεραιάτης (Mitford FCECy16 ἀρ. 16, SEG17 20 [1964] ἀρ. 13.8, ΑΚΕΠ18 Δα΄ 17.29: Ἀπόλλωνι | Κεραιάτηι | Ἀπολλώνιος | Μένωνος ἀνέθηκε· βλ. σχόλ. Mitford16 ὅ.π. ["is doubtless to be identified with the Apollo Kereatas of South Arcadia (Pausanias 8.34.5) – this last presumably to be derived from a locality *Kereia"], καὶ Χατζηιωάννου18 Δβ΄ («Ὁ Ἀπόλλων ἐδῶ φέρει τὸ ἐπίθ. Κεραιάτης δηλ. κερασφόρος καὶ ὑπενθυμίζει τὸ χάλκινο ἄγαλμα τοῦ κερασφόρου θεοῦ τῆς Ἔγκωμης – Ἀλασίας τοῦ 12ου αἰ. π.Χ. Εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ Ἀπόλλων λατρευόταν στὴν Ἀρκαδία ὡς Κερεάτας. Γιὰ τὸ ἄγαλμα αὐτὸ τῆς Ἔγκωμης καὶ τὰ ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος Κερεάτας – Κεραιάτης βλ. ὅσα γράφουμε στοῦ Claude Schaeffer, Alasia19 I, pp. 32-42 = Τὰ ἐν Διασπορᾷ20 Β΄ σσ. 169-178»). Καὶ ἡ Κύπρος ὀνομαζόταν καὶ Κεραστίς (καὶ ΚεράστιςΚεραστιάςΚεράστεια: βλ. ΑΚΕΠ18 Ε΄ σελ. 346 λ. Κεράστεια μὲ παραπομπές), διὰ τὸ ἐνοικῆσαι αὐτῇ ἄνδρας, οἳ εἶχον κέρατα κατὰ τὸν Τζέτζη (Σχόλ. εἰς Λυκόφρ. 477: ΑΚΕΠ18 Β΄ 149.2) καὶ –ὀρθῶς– κατὰ τὸν Στέφ. Βυζ. σ.λ. Κύπρος: (...) ἐκαλεῖτο δὲ καὶ Κεραστὶς ἀπὸ τοῦ πολλὰς ἄκρας ἔχειν καὶ Κεραστιάς· βλ. καὶ Chantraine7 σ.λ. κέρας: « -ίς (Aesch., Pr. 674), épithète de l'île de Chypre en raison de ses nombreux caps (Hdn. 1, 104, 15) ».

  1. Preger, T. (1891), Inscriptiones Graecae Metricae (ex scriptoribus praeter Anthologiam collectae), Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  2. Allen, T. W. (1912/1946), Homeri Opera, Vol. V, Oxford Classical Texts Oxford.
  3. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.
  4. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.
  5. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  7. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  8. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  9. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  10. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.
  11. Φλουρέντζος, Π. (1977), Tὰ Τσέχικα Ὁδιπορικὰ τῆς Άναγεννήσεως καὶ ἡ Κύπρος,
  12. Δημητράκος, Δ. (1933), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Ἀθῆναι.
  13. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  14. Farnell, L. R. (1896-1909), The Cults of the Greek States, Vols. I-V, Oxford.
  15. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  16. Mitford, T. B. (1961), Further Contributions to the Epigraphy of Cyprus, AJA 65: 93-151.a↑ b↑
  17. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.
  18. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  19. Schaeffer, C. F. A. (ed.) (1971), Alasia, I, Paris.
  20. Χατζηϊωάννου, Κ. (1969-1990), Τὰ ἐν Διασπορᾷ Α´ (τῶν ἐτῶν 1933-1969), Λευκωσία.